Κι εκεί που πίναμε τον καφέ μας με τον Κώστα, φιλοσοφώντας, αναπολώντας, γκρινιάζοντας γι’ αυτά που έχουμε, έτσι βρε αδερφέ, κουβέντα να γίνεται, μου πέταξε την ατάκα:
«Η ζωή χωρίζεται σε τρεις φάσεις: Επανάσταση, περισυλλογή, τηλεόραση! Ξεκινάς να αλλάξεις τον κόσμο και καταλήγεις ν’ αλλάζεις κανάλια…»
-Δικό σου είναι αυτό ρε ή το διάβασες;
-Δικό μου!
-Ναι, σιγά!
-Νομίζω ότι έχω φτάσει στην τρίτη φάση…
-Γερνάς πιο γρήγορα;
-Τι να σου πω ρε φίλε… Αλλάζω μπαταρίες στο τηλεκοντρόλ μια φορά το μήνα. Συχνό δεν είναι;
-Γαμώτο ρε φίλε… Σκατά έχουμε γίνει έτσι;
-Ταμπουρωμένοι επαναστάτες!
-Κατουρλίλα μυρίζει η πόλη… Κι αν κάτι μυρίζει όμορφα μας κάνει εντύπωση!
-Ταμπουρωμένοι επαναστάτες!
-Κατουρλίλα μυρίζει η πόλη… Κι αν κάτι μυρίζει όμορφα μας κάνει εντύπωση!
-Το είπε στην τηλεόραση αυτό;
Γέλασα. Περνούσε η ώρα γρήγορα, η λιγοστή ώρα που κλέψαμε για να βρεθούμε μετά από καιρό. Θα έπρεπε μετά να γυρίσω στο σπιρτοκουτάκι μου, με τη γυναικούλα μου και το παιδάκι μου, να σκεφτώ "τα της δουλίτσας μου", να πέσω ψόφιος στον καναπέ, να δω πέντε μαλακίες στην τηλεόραση… Χρόνος για μένα; Χα! Ωραίο ανέκδοτο…
-Ρε συ, καμιά φορά θυμάμαι τα εργένικα χρόνια και λέω, είμασταν στ’ αλήθεια καλύτερα τότε;
-Άλλες ανάγκες ρε τότε.
-Ναι, μη μου πεις, θυμάμαι τις δικές σου, τότε που ήρθες σπίτι αργά το βράδυ να τα πιούμε, που πεινούσες κι έφαγες μια κατεψυγμένη μηλόπιτα!
-Χαχαχα, θυμάσαι ρε μαλάκα; Μου έλεγες «κάτσε να στη ζεστάνω» κι εγώ σου έλεγα «άσε, καλή είναι κι έτσι!».
-Αφού δεν έσπασες κανά δόντι ρε!
Με τον Κώστα γνωριζόμαστε απ' το Πανεπιστήμιο. Αυτός ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα, πανεπιστημιακή. Εγώ το έριξα στη βιοπάλη του ιδιωτικού τομέα. Παντρεμένοι κι οι δυο, χωρίς παιδιά ακόμα αυτός. Τον προβλημάτιζε το θέμα.
-Τα παιδιά δεν είναι ευτυχία έτσι όπως τη φανταζόμαστε, έχουν πολλές δύσκολες στιγμές, προβλήματα, κούραση. Στιγμές μόνο ευτυχίας, μικρές στιγμές, σου χαρίζουν. Ευτυχία σε γεμίζει το ότι βλέπεις τον κόσμο, την απλότητα, μέσα από τα μάτια τους, που έχουμε ξεχάσει μεγαλώνοντας. Ευτυχία σου δίνει η εκδήλωση των συναισθημάτων τους, της αγάπης τους, πρωτόγονη αγάπη, δίχως ανταλλάγματα. Μην ακούς ρε φίλε τι σου λένε, αν τα έχεις βρει με τον εαυτό σου,αν θέλεις μέσα σου να κάνεις παιδί κάνε, απλά μην περιμένεις ότι θα έχεις ένα αγγελούδι αγκαλιά. Ίσως ώρες ώρες να είναι αγγελούδι. Είναι δύσκολο να μεγαλώνεις παιδί αν δεν κάνεις συμβιβασμούς με τον εαυτό σου και θυσίες.
-Η καλή μου λέει ότι την έχει πιάσει το μητρικό ένστικτο, θέλει να βάλουμε μπρος.
-Βάλτε και μπρος και όπισθεν, απλά να ξέρεις ότι όταν το προφυλακτικό βγαίνει, η ζωή σου αλλάζει για πάντα.
-Ρε συ, το λες εσύ αυτό που κάνεις σαν τρελός για το γιο σου;
Συμβιβασμοί. Δύσκολο πράγμα. Κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται απλά με προορισμό να κάνουν παιδιά. Μπορούν να μεγαλώσουν εύκολα και τρία, και τέσσερα. Τους θεωρώ ήρωες. Δεν είμαι όμως σαν κι αυτούς. Μου λείπει η ζωή που θυσιάζω, η ζωή με τη γυναίκα μου. Ίσως αν δουλεύαμε λιγότερες ώρες να λυνόταν το πρόβλημα. Δεν ξέρω… Ίσως αν προγραμματίζαμε καλύτερα τον λίγο ελεύθερο χρόνο μας; Χα! Προγραμματισμός! Το πρώτο που έμαθα κάνοντας παιδί ήταν ότι η ζωή είναι μια ακολουθία απρόοπτων γεγονότων που διαχειριζόμαστε στην τύχη! Κι αυτό δεν έχει να κάνει με το πόσο τον αγαπάς, η αγάπη είναι δεδομένο ότι ξεχειλίζει, είναι αυτή που σε κάνει να βάζεις τα παιδιά πάνω απ' τις δικές σου ανάγκες.
-Να πληρώσουμε;
-Άσε ρε, δικά μου. Είχαμε πολύ καιρό να τα πούμε.
-Ε τότε να κεράσω εγώ.
-Την επόμενη φορά, πλήρωσε τη μπύρα εσύ που είναι ακριβότερη!
-Μαλάκα…
Είχε σουρουπώσει. Περπατήσαμε στο δρόμο με τις νεραντζιές αργά, όπως τότε, παλιά. Στο περίπτερο της γωνιάς σταθήκαμε και χαζέψαμε τις αθλητικές. Αγόρασε καραμέλες mentos, όπως τότε. Αγόρασα fisherman’s friend, τις καυτερές. Περπατήσαμε μέχρι τ’ αυτοκίνητά μας, μιλήσαμε λίγο ακόμα, χωρίσαμε.
Όχι, δεν είναι ότι κατηγορώ τη ζωή μου, δεν θα την άλλαζα με τίποτα. Μα να, φταίει που όταν συμβιβάζεσαι, όταν πιπιλάς λέξεις όπως «οικογενειάρχης», «βιοπάλη», «υποχρεώσεις», τότε κάθε έννοια γίνεται κάγκελο που σε φυλακίζει. Είναι τόσο εύκολο να χάσουμε τον εαυτό μας στο δρόμο...
Κι είναι τόσο εύκολο να ξεφύγεις… Μια σπίθα χρειάζεται μόνο, μια σπίθα να σε ανάψει, να σε φουντώσει, να σε κάνει να ξεσπάσεις –πυρκαγιά σε κορμιά, σε πάθη κι επιθυμίες, σε κρυφούς πόθους και όνειρα, να κάψεις, να κάψεις, να κάψεις, μέχρι η βροχή να σε γαληνέψει, να σβήσει τη θράκα, ο ήλιος της επόμενης μέρας να στεγνώσει τις στάχτες κι ο άνεμος να τις σκορπίσει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα άτσαλα, με μια βοή υπόκωφη που θα μοιάζει με ρήμα: «ΖΩ!».
Μπαίνοντας σπίτι ο μικρός χίμηξε στην αγκαλιά μου, με γέμισε φιλιά. Η καλή μου χαμογελούσε με τη σκηνή. Για μια στιγμή δεν υπήρχαν προβλήματα, σκέψεις, τα δευτερόλεπτα κυλούσαν ένα ένα αργά, ουσιαστικά.
Είμαστε κομμάτια από μνήμες, παζλ ζωής που αφήσαμε πίσω, με μάτια που βουτιές κάνουν στο παρελθόν για να ονειρεύονται το αύριο. Κι όποιος υποστηρίξει ότι έχει απαλλαγεί απ' το παρελθόν του είναι ψεύτης, είναι σαν να απαρνιέται το ίδιο του το σήμερα.
«Όλα στο μυαλό μας είναι», μα το πόσο ελεύθεροι νιώθουμε τελικά στη ζωή μας ξεφεύγει από το νου και φυτρώνει μόνο στην καρδιά.
Μας ταλαιπώρησε ο μικρός να τον κοιμίσουμε, κόντεψαν μεσάνυχτα. Κατάκοποι ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Μόλις συναντήσαμε λίγο τους εαυτούς μας, της έσφιξα το χέρι, πέταξα το τηλεκοντρόλ στο πάτωμα.
«Άναψέ με» ψιθύρισα. Με κοίταξε στα μάτια όπως παλιά.
Ο πρωινός ήλιος τρύπωσε απ' τη μπαλκονόπορτα, μας βρήκε χωμένους τον έναν στην αγκαλιά του άλλου.
Photos by: 1.Aggelos Spyrou, 2 & 3.Thomas Hawk
Music: Turn me on / Norah Jones


Αναρτήσεις






