Ο Νίκος σύχναζε στο γωνιακό μπαρ, μπροστά στη μεγάλη λεωφόρο. Του άρεσε η ξύλινη επένδυση, η μουσική, ο χαμηλός φωτισμός, ο κόσμος που γέμιζε το καταφύγιο της μοναξιάς του, ο τραγουδιστής στο πιάνο που αυτοσχεδίαζε σε jazz ρυθμούς τις Κυριακές.
…
Δεν πίστευε στα μάτια του όταν την είδε καθισμένη σταυροπόδι στο ψηλό σκαμπό της μπάρας, να πίνει την τελευταία γουλιά απ’ το ποτό της. «
Τι δουλειά έχει εδώ, τόσο μακριά από το σπίτι της» σκέψεις δηλητήριο έκανε…
…
Τον κάρφωσε με το βλέμμα της, το έπαιξε αδιάφορος, προσποιήθηκε ότι δεν την έχει δει. Εκείνη επέμεινε να τον κοιτάζει από απέναντι, τόσο, που στο τέλος δεν μπόρεσε να κρύψει την αμηχανία του. Προδόθηκε.
…
Μίλησαν τυπικά, τον ρωτούσε για τη ζωή του με ενδιαφέρον που εύκολα ξεγελούσε τις πληγές της καρδιάς του, απαντούσε εκείνος, τον κοιτούσε στα μάτια μα εκείνος κατέβαζε τα δικά του, ένιωθε στο στομάχι του κενό, στο στήθος ένας λυγμός είχε δεθεί κόμπο γύρω απ’ την ψυχή του.
…
«
Παντρεύτηκα όταν χωρίσαμε, για την ακρίβεια έξι μήνες μετά το διαζύγιο. Θα έρθει εδώ, τον περιμένω, αν θες να τον γνωρίσεις». Μάτωσαν τα σωθικά του, δεν το έδειξε, πέταξε ένα «βιάζομαι, με περιμένουν» για να μπορέσει να φύγει.
…
Περπάτησε ώρα, χάζεψε βιτρίνες, ανακατεύτηκε με περαστικούς, ζευγάρια αγκαλιασμένα, σε έρωτα χαμένα, έρωτα που ουρανούς γκρεμίζει. Σταμάτησε στο σιντριβάνι, βαριά τα βήματά του, «σε ξεπέρασα» είχε ορκιστεί μα οι πληγές νωπές, ευαίσθητες ακόμα, γέμιζαν πόνο από μικρές, ανόητες αναμνήσεις.
…
«Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν του, ότι κι αν λέει, κανείς δεν μπορεί να φανταστεί μέλλον δίχως ελπίδα, όσο κι αν πονά». Θυμήθηκε. Άναψε τσιγάρο στη φθινοπωρινή νύχτα, νύχτα γλυκιά, σελήνης νέας, αρχή ζωής, σελίδας άγραφης, ολόλευκης.
…
Κόντευε να χαράξει όταν μπήκε στο σπίτι. Έβαλε να φτιάξει καφέ. Κράτησε την κούπα με τα δυο του χέρια, ήπιε μια γουλιά αγναντεύοντας τ’ αμέτρητα φώτα. «Καλύτερα έτσι» σκέφτηκε.
…
Βγήκε από το μπάνιο, είχε δυο-τρεις ώρες για να κοιμηθεί λίγο πριν τον καταπιεί η μέρα. Καθώς ετοιμαζόταν να πλαγιάσει έπεσε το μάτι του στο σκαλιστό χαρτοκόπτη που του είχε κάνει δώρο στην τελευταία τους επέτειο, λίγο πριν του ανακοινώσει τις αποφάσεις της. Θύμωσε, απόρησε, χαμογέλασε, τον έπιασε στο χέρι του, τον περιεργάστηκε. «
Μικρά, ανόητα πράγματα, κάγκελα της φυλακής μου» μουρμούρισε. Τον πέταξε στο καλάθι που ήταν γεμάτο με τσαλακωμένα χαρτιά.
…
Τον ξύπνησε το τηλέφωνο. Ήταν η συνάδελφός του η Άλκηστη. «
Έχεις αργήσει, ανησύχησα» του είπε. «
Έρχομαι, έρχομαι» είπε αγουροξυπνημένος, έριξε λίγο νερό στη μούρη του, ντύθηκε, έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
…
«
Είχα μια περίεργη νύχτα, την είδα, δεν ξέρω γιατί θέριεψαν αναμνήσεις, από τα πιο μικρά μέχρι τα πιο μεγάλα, τις έστριψα τσιγάρο, τις κάπνισα, τις έσβησα στο τασάκι, μα μια κάφτρα έχει μείνει να καπνίζει» έλεγε λίγο αργότερα στην Άλκηστη. «
Άσε το παρελθόν να καεί, μόνον έτσι θα σβήσει η φωτιά, μη ρίχνεις το σήμερα προσάναμμα σ’ αυτά που έχουν χαθεί για να τη συντηρήσεις, δεν μπορεί να σε ζεστάνει πια παρά μόνο να σε κάψει» του απάντησε εκείνη.
…
Το βράδυ βρέθηκαν στο μπαράκι που σύχναζε. Η Άλκηστη έλαμπε ολόκληρη. Κάποια στιγμή έσφιξε το χέρι του στο δικό της.
«
Ξέρεις τι σκέφτομαι;» της είπε στο τρίτο ποτό. Τον κοίταξε χαμογελαστή.
«
Να, θέλω να μάθω τα πάντα για σένα». Εκείνη γέλασε.
Ήπιαν ποτά, περπάτησαν μαζί στη νύχτα, χάζεψαν βιτρίνες, μίλησαν, γέλασαν, ανακατεύτηκαν με περαστικούς, ζευγάρια αγκαλιασμένα, σε έρωτα χαμένα, έρωτα που μπορεί να γκρεμίσει ουρανούς. Έφτασαν μέχρι το σιντριβάνι, σκιρτούσε η καρδιά, στάθηκαν, τον αγκάλιασε έξαφνα. Φιλήθηκαν.
Κόντευε να χαράξει όταν μπήκαν σπίτι του. Έβαλε να φτιάξει καφέ όσο εκείνη χάζευε τη θέα.
«Έχουμε νέα σελήνη» του είπε.
Λίγο αργότερα ο πρωινός ήλιος γλίστρησε απ’ το παράθυρο στο δωμάτιο, έλουσε τα γυμνά κορμιά τους γιατρεύοντας τις πληγές της καρδιάς.
Δήλωσαν ασθένεια στη δουλειά, έκαναν σκασιαρχείο.
Photos by Aggelos Spyrou
Ακούστε στο Podcast: These foolish things/ Bryan Ferry