Εγγραφειτε

Αναρτήσεις Σχόλια

Υποστηριξη

Powered by Blogger


Γέλα για να ξεχνάς, αλλά μην ξεχνάς να γελάς. (Arnold Glaskow)

Τρίτη, Νοέμβριος 24, 2009

'Ωρες Μοναξιάς


Λόγω εξελίξεων στη δουλειά, τρεξίματος με το μικρό που έσπασε το χεράκι του, αναστάτωσης με κάποιες εργασίες ανακαίνισης στο σπίτι, κρίσεις πανικού της πεθεράς μου, ενασχόλησης με νέα τεχνολογικά αποκτήματα (!!!), κάτι γάμους, κάτι βαφτίσια, κούρασης κι ορθοστασίας, δεν αναρτώ τόσο συχνά όσο θα ήθελα.

Ίσως είναι καλύτερα έτσι βέβαια. Ίσως σημαίνει ότι ξεδίνω κάπου αλλού κι όχι εδώ μέσα.


Ξεσπάει η ζωή πάνω μου, ο άνεμος των γραμμένων με παρασέρνει, κι όσο αγωνίζομαι με νύχια να γαντζωθώ στα δευτερόλεπτα, τόσο αυτά αγκάθια γίνονται, την παλάμη μου τρυπούν, ματώνουν, "φύγε απ' το παρόν", "φύγε" φωνάζουν, "κολύμπα στις αναμνήσεις, σκαρφάλωσε στα όνειρα, μα μη ζήσεις σήμερα, όχι, μη ζήσεις, άσε το χρόνο να κυλήσει, να χαθεί ελεύθερος στην άβυσσο αιώνιων ψυχών, ατμός να γίνει, να υψωθεί, σκόνη ερήμου ν' απλωθεί, να σβήσει χνάρια...".

Χαμένος είναι όποιος σκορπίζει δευτερόλεπτα ασύδοτα σε σκέψεις θεωρητικές, σε ουτοπίες.

Κι εκεί, στην άκρη της πόλης, σταματημένος με "αλάρμ" στο αυτοκίνητο, κλεισμένος σε καβούκι σιδερένιο, μετέωρος ανάμεσα σε ουρανό και θάλασσα, σε "μένα" και στους "άλλους", στο σήμερα και το αύριο, του Ποσειδώνα το ρολόι ατενίζω, μετρώ τα κύματα, τα μάτια κλείνω, μουσική...

"Πως σε λένε άνθρωπε;" ρωτάνε όσοι αγάπησα πολύ, μα ποτέ δεν τόλμησα να το ψελλίσω μπρος τους...

"Έχω ξεχάσει πια, μα δε με νοιάζει..." απαντώ και προσπερνώ τα λούτρινα κορμιά τους...

Περπατώ ακροβατώντας, ανάμεσα σ' ανθρώπους, σε περίτεχνα ρολόγια, σ' αισθήματα, σε λόγια, σε φόβους, σε όνειρα. Δεν υπάρχει μοναξιά τριγύρω, κι όση κράτησα φυλαγμένη στην καρδιά είναι ενθύμιο του εαυτού που απαρνιέμαι...


Photo by Aggelos Spyrou
Ακούστε στο Podcast: Μοναξιά μου όλα (Live)/ Πλιάτσικας, Δρογώσης, Καζούλης

Τετάρτη, Νοέμβριος 18, 2009

ΝΕΑ ΣΕΛΗΝΗ


Ο Νίκος σύχναζε στο γωνιακό μπαρ, μπροστά στη μεγάλη λεωφόρο. Του άρεσε η ξύλινη επένδυση, η μουσική, ο χαμηλός φωτισμός, ο κόσμος που γέμιζε το καταφύγιο της μοναξιάς του, ο τραγουδιστής στο πιάνο που αυτοσχεδίαζε σε jazz ρυθμούς τις Κυριακές.



Δεν πίστευε στα μάτια του όταν την είδε καθισμένη σταυροπόδι στο ψηλό σκαμπό της μπάρας, να πίνει την τελευταία γουλιά απ’ το ποτό της. «Τι δουλειά έχει εδώ, τόσο μακριά από το σπίτι της» σκέψεις δηλητήριο έκανε…


Τον κάρφωσε με το βλέμμα της, το έπαιξε αδιάφορος, προσποιήθηκε ότι δεν την έχει δει. Εκείνη επέμεινε να τον κοιτάζει από απέναντι, τόσο, που στο τέλος δεν μπόρεσε να κρύψει την αμηχανία του. Προδόθηκε.


Μίλησαν τυπικά, τον ρωτούσε για τη ζωή του με ενδιαφέρον που εύκολα ξεγελούσε τις πληγές της καρδιάς του, απαντούσε εκείνος, τον κοιτούσε στα μάτια μα εκείνος κατέβαζε τα δικά του, ένιωθε στο στομάχι του κενό, στο στήθος ένας λυγμός είχε δεθεί κόμπο γύρω απ’ την ψυχή του.


«Παντρεύτηκα όταν χωρίσαμε, για την ακρίβεια έξι μήνες μετά το διαζύγιο. Θα έρθει εδώ, τον περιμένω, αν θες να τον γνωρίσεις». Μάτωσαν τα σωθικά του, δεν το έδειξε, πέταξε ένα «βιάζομαι, με περιμένουν» για να μπορέσει να φύγει.


Περπάτησε ώρα, χάζεψε βιτρίνες, ανακατεύτηκε με περαστικούς, ζευγάρια αγκαλιασμένα, σε έρωτα χαμένα, έρωτα που ουρανούς γκρεμίζει. Σταμάτησε στο σιντριβάνι, βαριά τα βήματά του, «σε ξεπέρασα» είχε ορκιστεί μα οι πληγές νωπές, ευαίσθητες ακόμα, γέμιζαν πόνο από μικρές, ανόητες αναμνήσεις.


«Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν του, ότι κι αν λέει, κανείς δεν μπορεί να φανταστεί μέλλον δίχως ελπίδα, όσο κι αν πονά». Θυμήθηκε. Άναψε τσιγάρο στη φθινοπωρινή νύχτα, νύχτα γλυκιά, σελήνης νέας, αρχή ζωής, σελίδας άγραφης, ολόλευκης.


Κόντευε να χαράξει όταν μπήκε στο σπίτι. Έβαλε να φτιάξει καφέ. Κράτησε την κούπα με τα δυο του χέρια, ήπιε μια γουλιά αγναντεύοντας τ’ αμέτρητα φώτα. «Καλύτερα έτσι» σκέφτηκε.


Βγήκε από το μπάνιο, είχε δυο-τρεις ώρες για να κοιμηθεί λίγο πριν τον καταπιεί η μέρα. Καθώς ετοιμαζόταν να πλαγιάσει έπεσε το μάτι του στο σκαλιστό χαρτοκόπτη που του είχε κάνει δώρο στην τελευταία τους επέτειο, λίγο πριν του ανακοινώσει τις αποφάσεις της. Θύμωσε, απόρησε, χαμογέλασε, τον έπιασε στο χέρι του, τον περιεργάστηκε. «Μικρά, ανόητα πράγματα, κάγκελα της φυλακής μου» μουρμούρισε. Τον πέταξε στο καλάθι που ήταν γεμάτο με τσαλακωμένα χαρτιά.



Τον ξύπνησε το τηλέφωνο. Ήταν η συνάδελφός του η Άλκηστη. «Έχεις αργήσει, ανησύχησα» του είπε. «Έρχομαι, έρχομαι» είπε αγουροξυπνημένος, έριξε λίγο νερό στη μούρη του, ντύθηκε, έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.


«Είχα μια περίεργη νύχτα, την είδα, δεν ξέρω γιατί θέριεψαν αναμνήσεις, από τα πιο μικρά μέχρι τα πιο μεγάλα, τις έστριψα τσιγάρο, τις κάπνισα, τις έσβησα στο τασάκι, μα μια κάφτρα έχει μείνει να καπνίζει» έλεγε λίγο αργότερα στην Άλκηστη. «Άσε το παρελθόν να καεί, μόνον έτσι θα σβήσει η φωτιά, μη ρίχνεις το σήμερα προσάναμμα σ’ αυτά που έχουν χαθεί για να τη συντηρήσεις, δεν μπορεί να σε ζεστάνει πια παρά μόνο να σε κάψει» του απάντησε εκείνη.


Το βράδυ βρέθηκαν στο μπαράκι που σύχναζε. Η Άλκηστη έλαμπε ολόκληρη. Κάποια στιγμή έσφιξε το χέρι του στο δικό της.

«Ξέρεις τι σκέφτομαι;» της είπε στο τρίτο ποτό. Τον κοίταξε χαμογελαστή.

«Να, θέλω να μάθω τα πάντα για σένα». Εκείνη γέλασε.

Ήπιαν ποτά, περπάτησαν μαζί στη νύχτα, χάζεψαν βιτρίνες, μίλησαν, γέλασαν, ανακατεύτηκαν με περαστικούς, ζευγάρια αγκαλιασμένα, σε έρωτα χαμένα, έρωτα που μπορεί να γκρεμίσει ουρανούς. Έφτασαν μέχρι το σιντριβάνι, σκιρτούσε η καρδιά, στάθηκαν, τον αγκάλιασε έξαφνα. Φιλήθηκαν.

Κόντευε να χαράξει όταν μπήκαν σπίτι του. Έβαλε να φτιάξει καφέ όσο εκείνη χάζευε τη θέα.

«Έχουμε νέα σελήνη» του είπε.

Λίγο αργότερα ο πρωινός ήλιος γλίστρησε απ’ το παράθυρο στο δωμάτιο, έλουσε τα γυμνά κορμιά τους γιατρεύοντας τις πληγές της καρδιάς.

Δήλωσαν ασθένεια στη δουλειά, έκαναν σκασιαρχείο.

Photos by Aggelos Spyrou
Ακούστε στο Podcast: These foolish things/ Bryan Ferry

Τρίτη, Νοέμβριος 17, 2009

Περίεργες Ηλιόλουστες Χειμωνιάτικες Μέρες


Στα περίεργα ηλιόλουστα Χειμωνιάτικα Σαββατοκύριακα, που κόσμος ξεχύνεται στους δρόμους αναζητώντας την αληθινή, ξεχασμένη ζωή, διαισθάνεσαι εύκολα την ανάγκη σου για ανθρώπινη επαφή.


Άνθρωποι μεγάλοι, μικροί, αραχτοί σε μικρά καφέ, σε παιδικές χαρές, σε πλακόστρωτα, σε παγκάκια, ψάχνουν αφορμή να μιλήσουν μεταξύ τους. Αποζητούν νέες φιλίες σε χαμόγελα, σε ασυννέφιαστα πρόσωπα, σε αμήχανες κινήσεις. Ο φόβος, η αιτία της απομόνωσης, θαρρείς ζαρώνει κάτω απ’ τον ήλιο που νικάει κάθε σκιά, χαρίζοντας αδιάλειπτα ενέργεια θετική.

Θα πεις, κάτι παρόμοιο ίσως συμβαίνει στην επικοινωνία μας αυτή, μέσω διαδικτύου. Άνθρωποι ψάχνουν να ακούσουν ανθρώπους σε blogs, σε συζητήσεις, σε «κοινωνικές σελίδες», σε forums, εκεί ακριβώς που η ανωνυμία διώχνει το φόβο. Δεν μιλώ για "βιτσιόζους" ή "φιλάρεσκους" περιηγητές που στοχευμένα κινούνται, αλλά για όσους ψάχνουν να πλέξουν λόγο, να πληρώσουν με σκέψη, να εισπράξουν κομμάτια ψυχής. Άραγε, πρέπει να είσαι ανώνυμος για να απελευθερώσεις την ψυχή σου; Και πόσο αληθινή ή υποκριτική είναι τελικά η ζωή που μοιράζεται μεταξύ μας σαν φως, σαν ηλιαχτίδα, κάνοντας τα δύσκολα να μετριάζονται, να γλυκαίνουν, να χάνονται;

Η νύχτα πέφτει, γυρνάς στον άνθρωπό σου. Όλοι έχουμε τον άνθρωπό μας, έστω στη φαντασία μας. Ο άνθρωπός σου είναι αυτός που αγαπάς, που δεν φοβάσαι, που μοιράζεσαι ζωή, όνειρα, σκέψεις μαζί του, που όταν τον σκέφτεσαι ηρεμείς, φωλιά και καταφύγιο, σπίτι κι ησυχαστήριο. Κι ολόγυρα οι φίλοι, κομμάτι αναπόσπαστο μιας αρμονίας, κήπος, με δέντρα, λουλούδια, πηγάδι στη γωνιά, ένα μικρό σιντριβάνι…


Τα γράφω όλα αυτά επιστρέφοντας από μια ηλιόλουστη πορεία στη Χειμωνιάτικη μέρα, χαλαρωμένος, ζεσταμένος, μα με μια πίκρα στην καρδιά, μια διαπίστωση: "Μου λείπουν οι φίλοι μου"… Χαμένοι στην καθημερινότητά μας, συναναστρεφόμαστε ανθρώπους που ίσως να μην ταιριάζουμε, θες λόγω επαγγελματικής ζωής, ανάγκης, συμφέροντος. Κι όσοι κομμάτι της καρδιάς μας ατόφιο κρατούν, γυροφέρνουν σε δικούς τους λαβύρινθους, κάπου εκεί έξω, κοντά, μακριά, με την ίδια ανάγκη «να βρεθούμε κάποια στιγμή στο ηλιόλουστο πλακόστρωτο, στο τσίγκινο τραπεζάκι με τα ουζάκια, στους καναπέδες δίπλα στο τζάκι»… Κι «όνειρο» κοντεύει να γίνει το αυτονόητο στη σύγχρονη, πολιτισμένη ζωή μας, που όσο πιο "πολιτισμένη" τη φτιάχνουμε, τόσο περισσότερο τα "τραπεζάκια" θα περιμένουν άδεια…

Ταυτίσαμε το σεξ με την αγάπη, το χρήμα με την καλοπέραση, την καριέρα με τη δύναμη, το ένστικτο με το απαγορευμένο, το νόμο με το σωστό, ξεχνώντας ότι σε μια φάρσα του Θεού είμαστε γεννημένοι, τυχαίοι, τυχαίων γεγονότων αποτέλεσμα, κι ο αγώνας μας άνισος με όσα μας στοιχειώνουν γιατί έχουμε θάψει το πιο δυνατό όπλο μας: τα αισθήματά μας.

Γυρίζω σπίτι, στον άνθρωπό μου, κουρνιάζω στην αγκαλιά του αμίλητος, σκεφτικός, αναζητώντας κάθε μέρα την ευτυχία που σε "κουτάκια" κλείνεται "στιγμών", κουτάκια που φοβάσαι ν' ανοίξεις μην σου το σκάσει, μην πετάξει μακριά.

Στις περίεργες ηλιόλουστες Χειμωνιάτικες μέρες, που το μυαλό δεν μαζεύεται κι ατίθασα ευτυχία αποζητά, νιώθω μοναξιά, νιώθω ότι μου λείπουν πολύ οι φίλοι...

Ίσως απόψε βρω κάποιους στο τηλέφωνο… Να τους το πω…


Photos by Aggelos Spyrou
Ακούστε στο Podcast: Χάρις Αλεξίου / Ο άνθρωπός μου