- Καληνύχτα! Καλή Χρονιά!"
- Καλημέρα εννοείς! Σε λίγο ξημερώνει...
- Ας είναι κι έτσι.
- Να έρθω επάνω;
Τον φίλησε στο μάγουλο. Κάτι πήγε να πει αυτός, του χαμογέλασε, τέντωσε το χέρι της σπρώχνοντας τον απαλά. Αργά ανέβηκε τα σκαλιά, γύρισε το κλειδί, έγινε σκιά στα μάτια του, χάθηκε στο σκοτεινό διάδρομο πίσω από το τζάμι.
Πέταξε το παλτό της στο κρεβάτι, έβγαλε τις γόβες στην κουζίνα, έριξε το φόρεμα στο πάτωμα του μπάνιου. Πάτησε "play", ξέπλυνε τη ζάλη της στο ντους, έκλεισε τα μάτια, φαντασιώθηκε έρωτα στο άγγιγμα του νερού, αγκαλιά στο τύλιγμα της πετσέτας γύρω απ' το κορμί της, πάτησε ξυπόλυτη στο κόκκινο χαλί του σαλονιού, ντύθηκε μουσική. Γλυκιά ζάλη, αυτά τα πάρτι πάντα τέλειωναν με ζάλη. Έβαλε ένα ποτό, τελευταίο, δικό της μόνο. "Πόσοι μαλάκες", σκεφτόταν, "πόσοι δήθεν, για ένα γαμήσι πόσο γελοίος γίνεται ο άνθρωπος, για ένα γαμήσι σαν μαλακία, στα γρήγορα, αγχωμένα, να δει ένα βυζί ακόμα, για την καύλα των πέντε λεπτών, όσο κρατάει το τσιγάρο". Έπειτα τα έβαλε με τον εαυτό της. "Άντε γαμήσου κι εσύ μαλάκω, κομπλεξικιά, που δεν σου αρέσει κι όλας, μια τα βλέπεις έτσι, μια αλλιώς, θα ήσουν μαζί του τώρα, θα είχες μια αγκαλιά, ας ήταν και πρόσκαιρη, τι έγινε, ζωή είναι γαμώτη σου, αλλά εκεί εσύ, κολλημένη... Θα σε φάνε οι δεύτερες κι οι τρίτες σκέψεις σου... Στερείς τις ευκαιρίες στους ανθρώπους... Και σε σένα... Μείνε τώρα μόνη ξανά... ".
Άναψε τσιγάρο. Έκατσε στο πάτωμα. Δίπλα στη μπαλκονόπορτα. Ένα δάκρυ πήγε να ξεχειλίσει, απ' τον καπνό, απ' το μεθύσι της, λες και γιγαντώθηκε αυτή η πόλη, να την πνίξει, λες και μίκρυνε ο εαυτός της, να χωρέσει σ' ένα σπιρτόκουτο.
Κατά βάθος της άρεσε η περίεργη σιωπή της μοναξιάς μα απόψε...
- Είμαι μεθυσμένη. Δεν εξηγείται τόσο συναίσθημα ξαφνικά.
Είπε, κοίταξε τον ουρανό, μισό φεγγάρι μοναχικό αποζητούσε φως, να φανεί ολόκληρο ξανά. Θόλωσε το βλέμμα της, μπλέχτηκε με όνειρα κι αστέρια, σαμπάνια γιορτινή που κατέβαινε από τον ουρανό και την έλουζε.
Η πρώτη μέρα του χρόνου την βρήκε να κοιμάται γλυκά, αγκαλιά με το μαξιλάρι. Κόντευε μεσημέρι όταν ξύπνησε.
Έφτιαξε καφέ. Σκεφτόταν. Της πήρε καμιά ώρα να το αποφασίσει.
- Είσαι καλά;
- Ναι. Εσύ; Ανησύχησα λίγο χθες βράδυ που σε άφησα ζαλισμένη σπίτι.
- Όχι καλά ήμουνα. Κοιμήθηκα.
- Τι θα κάνεις;
- Θα έρθεις από δω;
- Με θες για ποδαρικό;
- Σε θέλω να έρθεις.
- Κάπως αλλιώς σε ακούω. Όλα καλά; Σίγουρα;
- Ναι ρε. Απλά να, το σκέφτηκα.
- Τι σκέφτηκες;
- Πως είναι Πρωτοχρονιά, και θέλω να την περάσω μαζί σου.
- Ξέρεις τι λένε ε;
- Για πες.
- Πως ό,τι κάνεις την πρώτη μέρα του χρόνου, το κάνεις όλη τη χρονιά μετά!
Κοίταξε έξω από τη μπαλκονόπορτα την πόλη. Θαρρείς κι ήταν δική της σήμερα. Χαμογέλασε. Αισθάνθηκε την ανάσα του στο ακουστικό.
- Το ξέρω. Σε περιμένω. Μην αργήσεις.
Είπε, και χωρίς δεύτερη σκέψη απελευθέρωσε την ψυχή της.
Music: Tom Waits / Drunk on the Moon

5 πρόσθεσαν...:
Ωραια! ερωτικα αρχισε η χρονια υποπτευομαι. Ακομη κι αν οι χαρακτηρες ειναι "ανυπαρκτοι", ειναι σιγουρα υπαρκτοι μεσα σου :)
Καλη Χρονια με υγεια!!
Πολύ ωραίο και με μία αίσθηση λαγνείας...
Σπουδαίο να μπορείς να ακολουθείς την φωνή της ψυχής σου γιατί τις περισσότερες φορές δεν συμβαδίζει με τη φωνή της λογικής...
Να ευχηθώ καλή χρονιά, στην χρονιά του φόβου, όπως σωστά έγραψες. Να έχουμε υγεία, αγάπη, χαρά και δύναμη. Να χαίρεσαι την οικογένειά σου και να σε χαίρεται κι εκείνη!
o fovos se xrizei kalhnyxtakia
h tolmh sou epitrepei "na voutas ton kolio sto ladi"
kapote ta ais8hmata, epivaloun siwph..
kapote omws prepei na 3epernas ta oria..
Καλή χρονιά! Ευχαριστώ για τα σχόλια.
Ήταν το τέλος της Άννας.
Η Άννα επιτέλους συνάντησε τους δολοφόνους της, ήταν οι ίδιοι που την γέννησαν...
Κι αυτό ήταν το τέλος της ιστορίας της.
Πιστεύω θα είναι ευτυχισμένη όπου κι αν τριγυρίζει.
Δημοσίευση σχολίου