Εγγραφειτε

Αναρτήσεις Σχόλια

Υποστηριξη

Powered by Blogger


Γέλα για να ξεχνάς, αλλά μην ξεχνάς να γελάς. (Arnold Glaskow)

Πέμπτη, Νοέμβριος 05, 2009

Την ώρα εκείνη...

Γράφω από Μυτιλήνη, δουλειάς  ανάγκη, φυγή. Ο ουρανός δεν υπάρχει απόψε, έλιωσε, έπεσε υγρός στη γη, κατακλυσμός νυχτερινός. Το ρεύμα κόβεται, έρχεται ξανά, ταλαντώνοντας τη μοναξιά μου.

Κυλάει ο χρόνος, γλύπτης βράχων, ζωγράφος γης, σμιλευτής προσώπων, αμείλικτος καλλιτέχνης, ακούραστος.


Κι όπως η αλύτρωτη ζωή με προσπερνάει κι απ’ τα μαλλιά να την αρπάξω προσπαθώ, μύρια απρόοπτα συναντώ σε κάθε του δρόμου στροφή, τραγούδι: "εμείς για αλλού κινήσαμε κι αλλού η ζωή μας πάει" να θυμίζει.

Αυγή, ηλιοβασίλεμα, ποιος ξέρει, το βλέμμα αιχμαλωτίζεται, στιγμές που ο χρόνος εναλλάσει, παίζοντας με αισθήσεις, με ψυχές, κοροϊδεύοντάς μας.

Την ώρα που ο δυομισάχρονος γιος μου (ναι ρε φίλε, πέρασαν κιόλας δυόμιση χρόνια από τότε...) βλέπει στην τηλεόραση τους «Μικρούς Αϊνστάιν», χαρούμενος που επιτέλους έσβησαν από το κουτελάκι του οι 38,5 βαθμοί C, ενώ πιο δίπλα η καλή μου μετρά αγωνίες κομπολόι,

Την ώρα που οι φίλοι στα σπίτια έχουν κρυφτεί κι αυτό το «νυχτώνει νωρίς» ηχεί εφιάλτης στην πόλη με τα μυριάδες φώτα,

Την ώρα που στα κανάλια μέτριοι άνθρωποι συζητάνε μεταξύ τους, μέτριοι υπουργοί και κυβερνήτες τσακώνονται με μέτριους αντιπολιτευόμενους, μέτριες «νέες σειρές» αμερικάνικου τύπου προσπαθούν να κερδίσουν τηλεθέαση χαρίζοντας παγωμένα μειδιάματα στα χείλη, ξεβάφοντας το μυαλό μας,



Την ώρα που τα εμπορικά κέντρα σφύζουν από ακόρεστα μάτια που σπίθες πετούν για "ύλη", τεχνητές ανάγκες γεμάτα, μάτια γυάλινα, πρησμένα, μαθημένα στο εφήμερο κι όχι στο αιώνιο,

Την ώρα που η ζωή ντύνεται δουλειά, πρωί-μεσημέρι-βράδυ δουλειά, άτιμο φιλότιμο που ωθεί σε ανούσια μονοπάτια επιβίωσης, άτιμο μυαλό που φόβους χτίζεις αντί ελεύθερο να πετάς,

Την ώρα που μόνος στο δωμάτιο του ξενοδοχείου τούβλα τριγύρω αραδιάζω, να χτίσω τη ζωή μου έτσι, αλλιώς, ένα δωμάτιο λίγο παρακεί τη μουσική να στριμώξω, ένα μικρό δώμα λίγη άνοιξη να χωρέσει , ένα παρτέρι όνειρα ανθισμένα, ένα μαγγανοπήγαδο αστείρευτο, ένα κελλάρι αμέθυστα μυστικά, μια βεράντα στο μέλλον, αυτό που οι άνθρωποι στο παρόν καταδικάζουν,

Την ώρα που τεντωμένα νεύρα σε διελκυστίνδα στο κεφάλι μου αγωνίζονται , την ώρα που οι φόβοι μπλέκονται με σκιές κι ο εγωισμός μαχαίρι κοφτερό στην καρδιά βυθίζεται αργά, τότε που κάθε ήχος, κάθε κουβέντα ενοχλεί και να ξεφύγεις αποζητάς,

Την ώρα που αναρωτιέμαι αν σε τούτη ζωή υπάρχει ευτυχία,

έρχεται η φωνή του απ' το τηλέφωνο, εκείνου, του διομισάχρονου, και μέσα απ’ την ίωση που τον ταλαιπωρεί, με τα ματάκια μισόκλειστα, το βήχα να τον πνίγει, τις μύξες να τρέχουν, δίνει φιλιά στ' ακουστικό, το σφίγγει στην αγκαλιά του και τα λογάκια του ταξιδεύουν ως εδώ: «γαπώ πολύ μπαμπά, σένα σέλω γκαλίτσα, μαζί».

Δεν λέω, μου έχουν λείψει οι ασυνάρτητες μωρουδιακές κραυγούλες του, κάθε ηλικία βλέπεις έχει άλλες χάρες, όμως την ώρα εκείνη που ο κόσμος μοιάζει καρουζέλ κι εγώ αναβάτης σε σταθερή πορεία κυκλική καταδικασμένος, υπνωτισμένος, αυτή η «αγκαλίτσα» του γεμίζει κουράγιο το κορμί, η κούραση χάνεται, το μυαλό κλείνει τις πόρτες στο μέλλον, στο παρελθόν, το άλογό μου ζωντανεύει, καλπάζει σε νέους δρόμους μακρινούς, χυμάω, χτυπάω τις πόρτες φίλων να τους ξυπνήσω, αφήνω το χαμόγελο να ξεχειλίσει, ξεπεζεύω στο ρυάκι της λησμονιάς να δροσιστώ και πάλι κινώ για ένα όνειρο, για μια ελπίδα, κυνηγός ουτοπιστής αναίμακτων θηραμάτων.

Την ώρα εκείνη το παρόν αποκτάει υπόσταση, αξία, ουσία.

Ο ορίζοντας θολώνει. Και δεν φταίει η βροχή...


Photos by Aggelos Spyrou
Ακούστε στο podcast: Queen/ These are the days of our lifes

Σάββατο, Οκτώβριος 24, 2009

Καπνός στα μάτια...

"Ενίοτε το λένε «ευτυχία». Με ηχώ απ’ ανθρώπινο γέλιο, με σιωπή. Με αντιθέσεις, σκοτάδι, πόνο, φως. Φορά χρωματιστά φουλάρια στο γυμνό κορμί, ξαπλωμένο λούζεται στο σεληνόφως, στοργής προμήνυμα, ερωτοτροπίας. Ενίοτε τη λένε «ευτυχία» κι η ομίχλη δεν μπορεί να τη σκεπάσει…"

Έκλεισε την πόρτα πίσω του για τελευταία φορά. Λίγο πριν κοιτούσε χαμένος τους άδειους τοίχους, τα λευκά μάρμαρα στο πάτωμα. Έκλεισε το παντζούρι στο αγαπημένο του παράθυρο, ένα παράθυρο θέα, ένα παράθυρο θάλασσα, ένα παράθυρο ελπίδες. Βημάτισε αργά στο μακρύ σαλόνι, έπνιξε ένα όνειρο στη γωνιά του τζακιού, στραγγάλισε ένα ακόμα στην πόρτα της κουζίνας. Η φωνή, «φύγε, δεν σε θέλω πια», χόρευε από τοίχο σε τοίχο. Έκλεισε την πόρτα. Κατέβηκε τη σκάλα. Βγήκε στο δρόμο. Περπάτησε. Περπάτησε πολύ. Ούτε θυμάται πώς πέρασαν οι ώρες, πώς βρέθηκαν την άλλη μέρα στο σπίτι του Κώστα, ήρθε κι η Ελένη. «Έκπληξη!». «Happy Birthday to you…» τραγούδησαν, έσβησε ένα κεράκι σε πάστα καρφωμένο, έσκασε δυο μπαλόνια που έγραφαν άσχετα «Happy Easter», "τι θες τώρα, αυτά βρήκα!", γέλασε με τη Χριστουγεννιάτικη μουσική, "κατά λάθος CD ρε, θα το αλλάξω!", κατά λάθος μαζί… Άναψαν κεριά, γέμισαν το δωμάτιο με φως απ' τ' αστέρια, με σκιές που σάλευαν, του μιλούσαν, να του φτιάξουν το κέφι προσπαθούσαν. Ο καπνός σχημάτιζε φιγούρες στον αέρα, απέραντη μοναξιά στην καρδιά του, ένας κόμπος στο λαιμό, το έκρυβε. «Είμαι δυνατός». Λίγο πριν, λίγο μετά, κύλησαν δάκρυα στα μάγουλά του, η Ελένη κατάλαβε, ο Κώστας τον ρώτησε γιατί. «Δεν είναι τίποτα» απάντησε, «μου μπήκε καπνός στα μάτια».

Κι η ζωή συνεχίστηκε…

Την έπιασε απ’ το μπράτσο, την τράβηξε πάνω του. «Άσε με!» έκανε τη δύσκολη, σχεδόν αμέσως κόλλησε τα χείλη της στα δικά του. Έκαναν έρωτα στο σαλόνι, έμειναν ολόγυμνοι μετά ν' ατενίζουν το γεμάτο χρώματα ταβάνι. Τον αγκάλιασε, σφίχτηκε στο κορμί του, τον φιλούσε απαλά στα μάγουλα. Έκλεισε τα μάτια του. Μπορεί να κοιμήθηκε. Όταν τα ξανάνοιξε τη θυμάται να κάθεται στο χαλί, απέναντί του, να τον κοιτά. Γέμισε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, ήπιε μια γερή γουλιά κι άλλη μια μετά, κι άλλη. Βρέθηκαν στο δρόμο να περπατούν, να τρέχουν, χώθηκαν στο μικρό μπαράκι του λόφου. Μια ψυχή που αποζητούσε λύτρωση, μια καρδιά κομμένη στη μέση η καρδιά του, φόβους ριζωμένους απόδιωχνε, σκάλιζε το χώμα να βρει χώρο, να φυτρώσει ξανά η αγάπη. «Να σου πω ένα μυστικό;» άκουσε ψίθυρο τη φωνή της, έγνεψε, ένιωσε φτερά να βγάζει, να πετά. «Σ’ αγαπάω». Ο ψίθυρος στ’ αυτί ταξίδεψε κι από εκεί στο μυαλό, στο αίμα, στην ψυχή, στα μάτια που θόλωσαν. Πρόλαβε να πιάσει το δάκρυ πριν κατηφορίσει στο μάγουλό του, το σταμάτησε με τα δάχτυλά του. Κράτησε εκείνη το πρόσωπό του στα χέρια της, βύθισε το βλέμμα της στα μάτια του με απορία. «Δεν είναι τίποτα» είπε αυτός, «μου μπήκε καπνός στα μάτια».

Κι η ζωή συνεχίστηκε…

«Παππού! Παππού!» ακούστηκε η φωνή του μικρού. Ξεχύθηκε τρέχοντας στο πατρικό σπίτι. Η αγκαλιά της γιαγιάς άνοιξε διάπλατη, «δεν σας περίμενα!», ο παππούς είχε βουτήξει ήδη το μωρό κι είχε κατεβεί στον κήπο να του δείξει τα γατάκια. Περιφερόταν από δωμάτιο σε δωμάτιο στο σπίτι των παιδικών του χρόνων, στη μικρή πόλη των πρώτων σκιρτημάτων ζωής, στο παλιό σπίτι που κάθε γωνιά θύμιζε κάτι, που κάθε δωμάτιο τον γέμιζε ηρεμία. Βρέθηκαν στο τραπέζι, Κυριακάτικο τραπέζι, γεμάτο φαγητά και μυστικά. Ο παππούς κι η γιαγιά είχαν πάρει το μικρό ανάμεσά τους, έλαμπαν ολόκληροι, του έδιναν μπουκιές κι εκείνος έτρωγε, ξεστόμιζε λογάκια που γλύκα έσταζαν στ’ αυτιά τους. Παρατήρησε τ' ασπρισμένα μαλλιά του πατέρα του, τα γαλάζια μάτια της μάνας του που όποτε τον κοίταζαν ένιωθε ότι ήξερε τα πάντα γι’ αυτόν, θυμήθηκε πόσα είχαν περάσει, δύσκολα, μακριά ο ένας απ’ τον άλλον, "έτσι τα έφερε η ζωή", μα τόσο κοντά… Θέριεψε ο φόβος μέσα του, «αμείλικτος χρόνος, δεν ξέρεις το αύριο τι θα φέρει» κι αυτό έκανε τούτη τη στιγμή ακόμα πιο πολύτιμη. Άναψε τσιγάρο, στάθηκε στο παράθυρο κοιτώντας τον κήπο. Ομίχλη στη μικρή πόλη, ομίχλη στα μάτια του, μια στάλα βροχής στο μάγουλό του δεν ξέφυγε απ’ τη ματιά της μάνας του. Το κατάλαβε. «Δεν είναι τίποτα» την πρόλαβε, «μου μπήκε καπνός στα μάτια».

Κι η ζωή συνεχίστηκε…

Έπαιζαν με το μικρό στο σαλόνι, ένα τρενάκι γύριζε γύρω γύρω κι εκείνος φώναζε «όλι! όλι!», έτσι αποκαλούσε ότι στιφογύριζε, ταυτισμένος με το παιδικό τραγούδι «γύρω γύρω όλοι…». Σηκωνόταν, έτρεχε πάνω κάτω, αγκάλιαζε τον πατέρα του, αγκάλιαζε τη μάνα του, κυλιόταν ανάμεσά τους, πάλευε να τους νικήσει κι εκείνοι τον ξάπλωναν στο χαλί, τον γαργαλούσαν, στρίγγλιζε, γελούσε, κλωτσούσε, ο κόσμος μίκραινε, το αύριο χανόταν, βουτιά στα νερά τούτης της στιγμής οι υπάρξεις τους, οι ψυχές τους, οι ελπίδες τους. Ενίοτε το λένε «ευτυχία». Με την ηχώ απ’ ανθρώπινο γέλιο, με τη σιωπή. Με αντιθέσεις, σκοτάδι, πόνο. Τις περισσότερες φορές φορά χρωματιστά φουλάρια στο γυμνό κορμί της, που ξαπλωμένο λούζεται στο σεληνόφως, στοργής προμήνυμα, ερωτοτροπίας. Ενίοτε τη λένε «ευτυχία» κι η ομίχλη δεν μπορεί να τη σκεπάσει…

«Έλα να κάνουμε μια αγκαλιά κι οι τρεις μαζί!» είπε κι ο μικρός κατάλαβε, έσμιξαν τα κεφάλια τους, αγκαλιάστηκαν, έμειναν σφιγμένοι για ώρα, κανείς δεν ήθελε να τελειώσει αυτή η τριπλή αγκαλιά.


Τα μάτια του βούρκωσαν, μα δεν υπήρχε καπνός στο δωμάτιο να δικαιολογηθεί...


Και η ζωή συνεχίζεται...


Photos by Thomas Hawk
Ακούστε στο podcast: Smoke gets in your eyes/ Bryan Ferry
(Επαναδημοσίευση)


Σάββατο, Οκτώβριος 17, 2009

Το πραγματικό κόστος ενός καφέ


Στις 14:42 εργάσιμης ημέρας, η δυνατή μπόρα με έκανε να μπω εσπευσμένα στην πρώτη καφετέρια που συνάντησα. Άλλο που δεν ήθελα. Άραξα στον καναπέ δίπλα στη τζαμαρία, με θέα ένα κομμάτι καταπράσινου λόφου, άκαφτου ακόμα. Oι ουρανοί άνοιξαν, καντάρια νερού πλημύρισαν την πλάση, άφησα το μυαλό μου να ταξιδέψει, σύννεφο να γίνει και βροχή συνάμα, να ξεπλύνει την κούραση, να ονειρευτεί, να χαλαρώσει.


Η μπόρα ξεθύμανε, γινόταν ψιχάλα, δυνάμωνε ξανά, σε μια στιγμή βγήκε ο ήλιος, μα πάλι χάθηκε σε μια δυνατή βροντή που έσυρε ακόμα πιο χαμηλά στη γη τα σύννεφα, να κάνουν μούσκεμα όποιον άβρεχτο περαστικό ξεμύτιζε. Ρε, μπας και παίζουν μαζί μας τα στοιχειά;


«Το καπουτσίνο σας» απάντησε η σερβιτόρα στη σκέψη μου. Επανήλθα στην πραγματικότητα.

Στην πρώτη γουλιά ένιωσα ζωντανός. Έχω γράψει παλιότερα για τη σχέση μου με τον καφέ. Είναι σχεδόν ερωτική. Όταν ανακαλύπτω δε καφετέριες που ξέρουν να φτιάχνουν καλό καφέ και όχι νερομπούλια ή καμένα ζουμιά, τότε νιώθω μεγάλος εξερευνητής της πόλης.

Αυτό που ποτέ δεν κατάλαβα βέβαια, είναι η διακύμανση της τιμής του καφέ. Δεν μιλάω για το πόσο κοστίζει πραγματικά ή πόσα κερδίζουν τα μαγαζιά, αυτό ας το βρει η αγορανομία. Αν μιλήσουμε για τους καφέδες "τύπου εσπρέσο" που πίνω, μπορεί να πληρώσεις για έναν καπουτσίνο από 3 έως 7 ευρώ στην Αθήνα. Και εντάξει, καταλαβαίνω τη διακύμανση όταν πληρώνεις και το «περιβάλλον» του εκάστοτε μαγαζιού. Δεν κατάλαβα όμως ποτέ εκείνα τα «δεκαδικά». «3,80». «4,30». «5,10». Κάποιος μου είπε ότι είναι κόλπο για να αφήνεις φιλοδώρημα στρογγυλεύοντας εσύ την τιμή προς τα πάνω. Ούτε αυτό το καταλαβαίνω όμως, αφού και στο «3,50» ή στο στρογγυλό «4,00» πάντα αφήνω ένα πενηντάλεπτο φιλοδώρημα.

Όχι δεν γκρινιάζω. Για μένα ο σωστά φτιαγμένος καφές έξω από το σπίτι είναι ανεκτίμητος. Είναι από τις λίγες στιγμές χαλάρωσης, εκεί μπορώ να τα βρω με τον εαυτό μου και να ανασυγκροτήσω τις σκέψεις μου. Μη σου πω ότι τις μεγαλύτερες αποφάσεις τις έχω πάρει πάνω από μια κούπα καφέ. Και σήμερα το μεσημέρι, μέσα στα γκρίζα σύννεφα χωμένος, αναπάντεχα, άφησα το μυαλό μου ελεύθερο να ταξιδέψει, ν' αδειάσει από τα περιττά και ν' αναζητήσει κρυμμένους παραδείσους, ουτοπίες ή αλήθειες χαμένες μέσα στη γκρίζα πόλη με τις μυστικές γωνιές, την πόλη που πιο γκρίζα δείχνει κι από τα φουσκωμένα με νερό σύννεφα της καταιγίδας όταν δεν έχουμε το κουράγιο να σταθούμε, να ξαποστάσουμε στις λιακάδες της.


Ούτε κατάλαβα πως πέρασε η ώρα.

«Πέντε και δέκα κύριε».

Κοίταξα το ρολόι μου, περασμένες πέντε.

«Περνάει γρήγορα η ώρα, ε;» αποκρίθηκα στη σερβιτόρα. Έβγαλα το πορτοφόλι μου. «Τι χρωστάω;».

«Μα σας είπα, πέντε και δέκα».

Χαμογέλασα. Έδωσα 6 ευρώ στρογγυλά, έκανα νεύμα να μην ψάξει για ρέστα. Ίσως σήμερα μέσα μου να δικαιολόγησα και τα "δεκαδικά". Έτσι κι αλλιώς μερικοί καφέδες παραμένουν ανεκτίμητοι.

Βγήκα στο δρόμο, δειλός ήλιος παιγνίδιζε, αραιές ψιχάλες χάιδεψαν το πρόσωπό μου, η μυρωδιά της βρεγμένης φύσης τρύπωσε στα κύτταρά μου, φούσκωσε τα πνευμόνια μου.

Άλλοι θα πούλαγαν τον κόσμο για μια στιγμή ευτυχίας. Εμένα μου κόστισε 6 ευρώ μονάχα.

Μπήκα στ’ αυτοκίνητο, πάτησα γκάζι, χάθηκα ξανά στο γκρι που κάτω απ' τον ήλιο είχε αρχίσει σιγά σιγά να αποκτάει χρώμα.


Photos by Aggelos Spyrou
Ακούστε στο podcast: The man who sold the world/ David Bowie