Γράφω από Μυτιλήνη, δουλειάς ανάγκη, φυγή. Ο ουρανός δεν υπάρχει απόψε, έλιωσε, έπεσε υγρός στη γη, κατακλυσμός νυχτερινός. Το ρεύμα κόβεται, έρχεται ξανά, ταλαντώνοντας τη μοναξιά μου.
Κυλάει ο χρόνος, γλύπτης βράχων, ζωγράφος γης, σμιλευτής προσώπων, αμείλικτος καλλιτέχνης, ακούραστος.
Κι όπως η αλύτρωτη ζωή με προσπερνάει κι απ’ τα μαλλιά να την αρπάξω προσπαθώ, μύρια απρόοπτα συναντώ σε κάθε του δρόμου στροφή, τραγούδι: "εμείς για αλλού κινήσαμε κι αλλού η ζωή μας πάει" να θυμίζει.
Αυγή, ηλιοβασίλεμα, ποιος ξέρει, το βλέμμα αιχμαλωτίζεται, στιγμές που ο χρόνος εναλλάσει, παίζοντας με αισθήσεις, με ψυχές, κοροϊδεύοντάς μας.
Την ώρα που ο δυομισάχρονος γιος μου (ναι ρε φίλε, πέρασαν κιόλας δυόμιση χρόνια από τότε...) βλέπει στην τηλεόραση τους «Μικρούς Αϊνστάιν», χαρούμενος που επιτέλους έσβησαν από το κουτελάκι του οι 38,5 βαθμοί C, ενώ πιο δίπλα η καλή μου μετρά αγωνίες κομπολόι,
Την ώρα που οι φίλοι στα σπίτια έχουν κρυφτεί κι αυτό το «νυχτώνει νωρίς» ηχεί εφιάλτης στην πόλη με τα μυριάδες φώτα,
Την ώρα που στα κανάλια μέτριοι άνθρωποι συζητάνε μεταξύ τους, μέτριοι υπουργοί και κυβερνήτες τσακώνονται με μέτριους αντιπολιτευόμενους, μέτριες «νέες σειρές» αμερικάνικου τύπου προσπαθούν να κερδίσουν τηλεθέαση χαρίζοντας παγωμένα μειδιάματα στα χείλη, ξεβάφοντας το μυαλό μας,
Την ώρα που τα εμπορικά κέντρα σφύζουν από ακόρεστα μάτια που σπίθες πετούν για "ύλη", τεχνητές ανάγκες γεμάτα, μάτια γυάλινα, πρησμένα, μαθημένα στο εφήμερο κι όχι στο αιώνιο,
Την ώρα που η ζωή ντύνεται δουλειά, πρωί-μεσημέρι-βράδυ δουλειά, άτιμο φιλότιμο που ωθεί σε ανούσια μονοπάτια επιβίωσης, άτιμο μυαλό που φόβους χτίζεις αντί ελεύθερο να πετάς,
Την ώρα που μόνος στο δωμάτιο του ξενοδοχείου τούβλα τριγύρω αραδιάζω, να χτίσω τη ζωή μου έτσι, αλλιώς, ένα δωμάτιο λίγο παρακεί τη μουσική να στριμώξω, ένα μικρό δώμα λίγη άνοιξη να χωρέσει , ένα παρτέρι όνειρα ανθισμένα, ένα μαγγανοπήγαδο αστείρευτο, ένα κελλάρι αμέθυστα μυστικά, μια βεράντα στο μέλλον, αυτό που οι άνθρωποι στο παρόν καταδικάζουν,
Την ώρα που τεντωμένα νεύρα σε διελκυστίνδα στο κεφάλι μου αγωνίζονται , την ώρα που οι φόβοι μπλέκονται με σκιές κι ο εγωισμός μαχαίρι κοφτερό στην καρδιά βυθίζεται αργά, τότε που κάθε ήχος, κάθε κουβέντα ενοχλεί και να ξεφύγεις αποζητάς,
Την ώρα που αναρωτιέμαι αν σε τούτη ζωή υπάρχει ευτυχία,
έρχεται η φωνή του απ' το τηλέφωνο, εκείνου, του διομισάχρονου, και μέσα απ’ την ίωση που τον ταλαιπωρεί, με τα ματάκια μισόκλειστα, το βήχα να τον πνίγει, τις μύξες να τρέχουν, δίνει φιλιά στ' ακουστικό, το σφίγγει στην αγκαλιά του και τα λογάκια του ταξιδεύουν ως εδώ: «γαπώ πολύ μπαμπά, σένα σέλω γκαλίτσα, μαζί».
Δεν λέω, μου έχουν λείψει οι ασυνάρτητες μωρουδιακές κραυγούλες του, κάθε ηλικία βλέπεις έχει άλλες χάρες, όμως την ώρα εκείνη που ο κόσμος μοιάζει καρουζέλ κι εγώ αναβάτης σε σταθερή πορεία κυκλική καταδικασμένος, υπνωτισμένος, αυτή η «αγκαλίτσα» του γεμίζει κουράγιο το κορμί, η κούραση χάνεται, το μυαλό κλείνει τις πόρτες στο μέλλον, στο παρελθόν, το άλογό μου ζωντανεύει, καλπάζει σε νέους δρόμους μακρινούς, χυμάω, χτυπάω τις πόρτες φίλων να τους ξυπνήσω, αφήνω το χαμόγελο να ξεχειλίσει, ξεπεζεύω στο ρυάκι της λησμονιάς να δροσιστώ και πάλι κινώ για ένα όνειρο, για μια ελπίδα, κυνηγός ουτοπιστής αναίμακτων θηραμάτων.
Την ώρα εκείνη το παρόν αποκτάει υπόσταση, αξία, ουσία.
Ο ορίζοντας θολώνει. Και δεν φταίει η βροχή...
Photos by Aggelos Spyrou
Ακούστε στο podcast: Queen/ These are the days of our lifes


Αναρτήσεις









